αποκληρώνω


αποκληρώνω
[апоклироно] р. лишать наследства,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποκληρώνω" в других словарях:

  • αποκληρώνω — αποκληρώνω, αποκλήρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποκληρώνω — (Μ ἀποκληρώνω, AM ἀποκληρῶ, όω) αποκλείω κάποιον από την κληρονομική μερίδα που του ανήκει αρχ. μσν. παραχωρώ δικαίωμα, προνόμιο κ.λπ. μσν. αποξενώνω κάποιον από τα κτήματα ή τις κτήσεις του αρχ. 1. εκλέγω κάποιον σ ένα αξίωμα με κλήρο 2.… …   Dictionary of Greek

  • αποκληρώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, στερώ κάποιον από το δικαίωμα της κληρονομιάς: Αποκλήρωσε το γιο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκηρύσσω — (AM ἀποκηρύσσω, Α κ. ττω) 1. απαρνούμαι, αποδοκιμάζω δημόσια 2. αρνούμαι την πατρότητα τέκνου, αποκληρώνω 3. εκκλ. αποκόπτω κάποιον από τη χριστιανική κοινότητα, τον αφορίζω νεοελλ. απαρνούμαι όσα δεχόμουν προηγουμένως αρχ. 1. γνωστοποιώ δημόσια… …   Dictionary of Greek

  • αφίημι — ἀφίημι (AM) 1. παύω να κρατώ ή να έχω κάτι, αφήνω 2. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι, ανέχομαι 3. απαλλάσσω, συγχωρώ αρχ. Ι. 1. ρίχνω, βάλλω, εξακοντίζω 2. (για υγρά) αφήνω κάτι να κυλήσει, να ρεύσει 3. (για ζωντανούς οργανισμούς) αποβάλλω,… …   Dictionary of Greek

  • παραμοιράζω — Α αποκληρώνω …   Dictionary of Greek

  • συναποκληρώνω — συναποκληρῶ, όω, ΝΜΑ νεοελλ. αποκληρώνω κάποιον μαζί με κάποιον άλλον μσν. αρχ. εκλέγω ή διορίζω κάποιον με κλήρο μαζί με κάποιον άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀποκληρῶ, ώνω «εκλέγω κάποιον με κλήρο, αποκλείω κάποιον από την κληρονομική μερίδα που …   Dictionary of Greek

  • αποκηρύσσω — και αποκηρύχνω ξα, χτηκα, γμένος, απαρνιέμαι, αποκληρώνω: Οι εκλογείς απειλούν ότι θα αποκηρύξουν τους βουλευτές της περιφέρειάς τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)